Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Δείτε μικρή ταινία κινουμένων σχεδίων σχετικά με τη σταθερότητα των τιμών..

David Ricardo, ο πατέρας των κλασσικών οικονομικών..



Ο David Ricardo  (18 Απριλίου 1772 – 11 Σεπτεμβρίου 1823) θεωρείται ένας από τους πατέρες των Κλασσικών Οικονομικών, με μεγαλύτερη συμβολή του στην εξέλιξη της οικονομικής θεωρίας τη θεωρία του σχετικού πλεονεκτήματος
Η Συμβολή του: Το πιο γνωστό από τα βιβλία του είναι οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, στο οποίο περιγράφει τόσο τη θεωρία του περί κατανομής εργασιακού εισοδήματος, όσο και τη θεωρία του σχετικού πλεονεκτήματος στην παραγωγή. Επίσης, του αποδίδονται θεωρίες ενοικίων, μισθών και κερδών.
Θεωρία Σχετικού Πλεονεκτήματος: Η Θεωρία Σχετικού Πλεονεκτήματος (Comparative Advantage) σχετίζεται με αποφάσεις παραγωγής και κατανομής πόρων. Πιο συγκεκριμένα, ο Ρικάρντο διαφωνεί με την ιδέα του Σμιθ για το Απόλυτο Πλεονέκτημα, η οποία υποστηρίζει ότι αυτός που πρέπει να κάνει μια εργασία είναι αυτός ο οποίος έχει τη δυνατότητα να τη φέρει εις πέρας με το μικρότερο απόλυτο κόστος και φέρνει στο προσκήνιο την αντίληψη του σχετικού κόστους. Παραδείγματος χάρη, ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν 2 εργάτες (Α και Β) και 2 εργασίες (Χ και Ψ). Ο Α έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει την Χ σε δυο ώρες και την Ψ σε τρεις, ενώ ο Β θα πάρει τρεις ώρες για την Χ και τέσσερις για τη Ψ. Με βάση τη σκέψη του Smith, και οι δυο εργασίες θα έπρεπε να ανατεθούν στον Α, καθώς αυτός σπαταλά λιγότερο χρόνο για την εκτέλεση της κάθε μιας ξεχωριστά, με αποτέλεσμα μετά από 5 ώρες εργασίας να έχουμε εκτελέσει μια φορά την κάθε μια. Όμως, με την πρόταση του Ρικάρντο βλέπουμε το εξής
- Για την ολοκλήρωση της εργασίας Χ, ο Α σπαταλά πηγές που θα του απέδιδαν 2/3 της Ψ, ενώ ο Β 3/4Ψ, (2/3<3/4).
- Για την ολοκλήρωση της εργασίας Ψ, ο Α σπαταλά πηγές που θα του απέδιδαν 3/2 της Χ, ενώ ο Β 4/3Χ, (3/2>4/3).
Συνεπώς, ο Α εκτελεί την Χ με σχετικό πλεονέκτημα και ο Β εκτελεί την Ψ με σχετικό πλεονέκτημα. Κατανέμοντας λοιπόν της εργασίες κατά αυτόν τον τρόπο, στη συμπλήρωση των 5 ωρών, οπότε και προηγουμένως θα είχαμε εκτελέσει μια φορά την κάθε εργασία, τώρα έχουμε ολοκληρώσει δυόμισι φορές την εργασία Χ και περισσότερες από μια φορές (5/4) την εργασία Ψ, μεγιστοποιώντας τα επίπεδα παραγωγής μας με τους υπάρχοντες πόρους.
πηγή: wikipedia.com

Διάκριση Μικροοικονομίας και Μακροοικονομίας


Η οικονομική επιστήμη διαχωρίζεται σε δύο μεγάλους κλάδους, την Μίκρο και την Μάκροοικονομια. Η διάκριση αυτή εν συντομία οφείλεται στο ότι η Μικροοικονομική ανάλυση εξετάζει μεμονωμένες περιπτώσεις (συμπεριφορά καταναλωτή – παραγωγού), ενώ η Μακροοικονομική ανάλυση εξετάζει συνολικά οικονομικά μεγέθη (πληθωρισμό, ανεργία, Α.Ε.Π. κ.α.).
 Η Μικροοικονομική ανάλυση διαφορετικά ονομάζεται και «θεωρία τιμών», γιατί το επίκεντρο της είναι ο προσδιορισμός της τιμής ενός μεμονωμένου προϊόντος ή υπηρεσίας. Αυτό σημαίνει ότι εξετάζει πως διαμορφώνεται η συμπεριφορά των καταναλωτών για ένα αγαθό, καθώς μεταβάλλεται το εισόδημα, οι προτιμήσεις, οι προσδοκίες τους κ.α. Επίσης μελετά την συμπεριφορά των επιχειρηματιών. Για παράδειγμα εξετάζει πως οι μεταβολές στο κόστος παραγωγής, στο τεχνολογικό επίπεδο κ.α. επηρεάζουν την συμπεριφορά του παραγωγού. Η αλληλεπίδραση όλων αυτών των παραγόντων που προαναφέρθηκαν συντελούν στην διαμόρφωση της επικρατούσας τιμής πώλησης ενός αγαθού, σύμφωνα με τον τους νόμους της ζήτησης και της προσφοράς.
Η Μακροοικονομική ανάλυση, από την άλλη μελετά την συμπεριφορά των Εθνικών οικονομιών καθώς και της πολιτικής που ασκείται από τους κυβερνώντες, στην προσπάθειά τους να επηρεάσουν την πορεία της οικονομίας. Κάποια ενδεικτικά ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει είναι:
1.   Με ποιον τρόπο οι οικονομίες μεγεθύνονται μακροχρόνια; Ποιο είναι αυτό (το μίγμα πολιτικής) που κάποιες χώρες τις κάνει να βελτιώνουν το βιοτικό τους επίπεδο ταχύτερα από κάποιες άλλες;
2.  Γιατί κάποια οικονομικά μεγέθη, όπως το εισόδημα – η απασχόληση – η επενδυτική δραστηριότητα, παρουσιάζουν κυκλικότητα (διακυμάνσεις); Γιατί τα ίδια φαινόμενα επαναλαμβάνονται με μια συστηματικότητα κατά τη διάρκεια των ετών;
3.  Τι προκαλεί την ανεργία;
4.  Τι προκαλεί την γενικευμένη αύξηση των τιμών (πληθωρισμό);
5. Πως αλληλεξαρτώνται οι οικονομίες μεταξύ τους, ως μέρος ενός παγκόσμιου οικονομικού    συστήματος;
6.  Η άσκηση οικονομικής πολιτικής μπορεί να είναι αποτελεσματική στον επηρεασμό κάποιων μεγεθών, όπως για παράδειγμα το εισόδημα ή η ανεργία;
Αυτός είναι ο λόγος που η Μακροοικονομική θεωρία είναι ευρύτερα γνωστή και ως «θεωρία εισοδήματος», γιατί το επίκεντρο της είναι ο προσδιορισμός του επιπέδου ισορροπίας του εθνικού εισοδήματος και της απασχολήσεως του εργατικού δυναμικού.
Ο κύριος λόγος διάκρισης της οικονομικής θεωρίας σε μίκρο και μακροοικονομική ανάλυση, είναι ότι τα συμπεράσματα που εξάγονται με τα εργαλεία της μικροοικονομικής ανάλυσης, εάν τα γενικεύσουμε για το σύνολο του πληθυσμού, δηλαδή σε μακροοικονομικό επίπεδο δεν ισχύουν. Δηλαδή με την διάκριση αυτή αποφεύγουμε ένα σφάλμα γενίκευσης το οποίο είναι γνωστό ως σφάλμα σύνθεσης. Το «σφάλμα σύνθεσης» διαπράττεται εάν δεχτούμε ότι, εκείνο που ισχύει για το άτομο ή την μεμονωμένη επιχείρηση, ισχύει αναγκαστικά και για το σύνολο της οικονομίας.
Ας δώσουμε όμως καλύτερα ένα ενδεικτικό παράδειγμα διάπραξης σφάλματος σύνθεσης, ώστε να γίνουμε απόλυτα κατανοητοί. «Το παράδοξο της φειδούς», είναι ένα από τα πλέον δημοφιλή παραδείγματα. Είναι κοινά αποδεκτό ότι η αποταμίευση, είναι μία ενέργεια που δημιουργεί όφελος για ένα μεμονωμένο άτομο, γιατί έτσι το άτομο εξασφαλίζει ένα μελλοντικό είδος ασφάλειας. Όμως εάν υπάρξει γενίκευση αυτής της πράξης από όλα τα οικονομούντα άτομα, θα οδηγηθούμε σε χειροτέρευση της κοινωνικής ευημερίας!
Αυτό τεκμηριώνεται ως εξής. Φανταστείτε μια γενικευμένη αύξηση της αποταμίευσης απ’ όλα τ’ άτομα. Το αποτέλεσμα θα είναι προφανώς η μείωση της κατανάλωσης. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού θα είναι η μείωση της παραγωγής από τις επιχειρήσεις, επομένως μείωση της χρήσης των παραγωγικών συντελεστών, αύξηση της ανεργίας, δηλαδή λιγότερα εισοδήματα θ’ αποκτηθούν από τα νοικοκυριά. Με λιγότερα εισοδήματα τα άτομα θα αναγκαστούν σε μείωση της αποταμίευσης ή σε μείωση της κατανάλωσης ή σε μείωση και των δύο. Είναι εμφανές ότι το αποτέλεσμα θα είναι τελικά μείωση της ευημερίας των ατόμων.
Με άλλα λόγια δεν θα πρέπει οι προτάσεις της μικροοικονομικής ανάλυσης να ανάγονται στη μακροοικονομική θεωρία, διότι ό,τι ισχύει για τα άτομα ή τις επιχειρήσεις, δεν ισχύει για το σύνολο της οικονομίας. Αυτός είναι και ο λόγος διάκρισης της οικονομικής θεωρίας σε δύο επιμέρους κλάδους.


Η προσφορά δημιουργεί ζήτηση;

Η προσφορά αποτελεί τη σχέση μεταξύ της τιμής ενός προϊόντος και της ποσότητας που προσφέρεται σε κάθε τιμή στη διάρκεια μια ορισμένης χρονικής περιόδου.
Η σχέση αυτή είναι κατά κανόνα θετική, δηλαδή όταν αυξάνεται η τιμή του προϊόντος αυξάνεται και η προσφερόμενη ποσότητα ενώ όταν μειώνεται η τιμή μειώνεται και η ποσότητα, και είναι γνωστή ως νόμος της προσφοράς (law of supply).

Ποια είναι η σχέση όμως της προσφοράς με την ζήτηση; Σύμφωνα με τον Γάλλο οικονομολόγο και επιχειρηματία Jean Baptiste Say (1767 - 1832), η προσφορά των αγαθών δημιουργεί την ίδια τη δική της ζήτηση (ο νόμος του Say).


Για παράδειγμα σε μια οικονομία αντιπραγματισμού η "τιμή" ενός προϊόντος, υπάρχει σε σχέση με κάποιο άλλο προϊόν (10 πορτοκάλια στοίχιζουν όσο 5 μήλα). Ο νόμος του Say, λοιπόν, λέει πως μία τιμή αγαθού, στην οποία η συνολική ζητούμενη ποσότητα ισούται με τη συνολική προσφερόμενη ποσότητα, είναι η τιμή ισορροπίας. Δηλαδή όταν κάποιος παράγει μία ποσότητα προϊόντων, έχει τη δυνατότητα να τα ανταλλάξει με ανάλογη ποσότητα άλλων προϊόντων. Αν έχεις παράγει 10 πορτοκάλια μπορείς να έχεις 5 μήλα. Αν παράγεις 20, θα έχεις διπλάσια ποσότητα μήλων ή θα έχεις και μανταρίνια. Όσο πιο πολλά παράγω, τόσο πιο πολλά αγοράζω. Αν δεν παράγω, δεν αγοράζω.

Σε μια εμπράγματη, λοιπόν, κοινωνία δεν μπορούσε να υπάρξει υπερπροσφορά αγαθών, ούτε και υπερζήτηση. Δεν μπορείς να ζητάς κάτι, που δεν μπορείς να προσφέρεις το αντίστοιχο του σε παραγωγή. Αυτός ο συλλογισμός μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως στις κοινωνίες πριν το χρήμα, είχαμε πλήρη απασχόληση όλων των συντελεστών της παραγωγής. Δηλαδή δεν μπορούσε να υπάρξει "ανεργία".

Στις σύγχρονες εγχρήματες κοινωνίες όμως, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση; Σύμφωνα με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Φιλοσοφικών Ερευνών της Πάτρας κ.Απόστολο Πιερρή:

Η προσφορά πάντοτε διεγείρει τη ζήτηση και όχι αντίστροφα. Η ζήτηση είναι κατ’ ανάγκην ζήτηση κάποιου πράγματος: ορίζεται από το αντικείμενό της. Δεν νοείται ζήτηση για κάτι που απουσιάζει από τον αντιληπτικό ορίζοντα του υποκειμένου. Η ζήτηση εξαρτάται από το γενικό επίπεδο της κοινωνίας. Αντιθέτως η παραγωγή δημιουργεί το αντικείμενό της.

Έτσι, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση του προϊόντος της, τόσο περισσότερο μάλιστα, όσο αυτό ανταποκρίνεται ή συνδέεται με βαθύτερες ανάγκες της ανθρώπινης φύσης. Η προσφορά ενός νέου πράγματος, επί πλέον, μεταβάλλει τη διάρθρωση της ζήτησης: ανάγκες ευρισκόμενες σε αδιαφόριστη κατάσταση ενεργοποιούνται και συγκεκριμενοποιούνται και επιθυμίες γεννώνται και επανιεραρχούνται. Το πεδίο των επιλογών ανασχηματίζεται και μαζί του η συμπεριφορική δομή της ανθρώπινης ύπαρξης. (Άρθρο του Απόστολου Πιερρή στον «εθνικό κήρυκα Πατρών», 11 Δεκεμβρίου 2000).

24 ΣΗΜΕΙΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΟΘ

24 ΣΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΟΣΟ ΓΡΑΦΕΤΕ…

1. Το Κόστος Ευκαιρίας μεταξύ δύο συνδυασμών είναι ΑΝΑΜΕΣΑ στους συνδυασμούς αυτούς. (προσοχή! Το Κόστος Ευκαιρίας είναι ΠΑΝΤΑ θετικό)

2. Οι Ελαστικότητες τόσο της Ζήτησης όσο και της Προσφοράς μεταξύ δύο συνδυασμών αναφέρονται στον ΑΡΧΙΚΟ συνδυασμό. (το ίδιο ισχύει και στην εισοδηματική ελαστικότητα)

3. Οι Ποσότητες του Οριακού Προϊόντος (MP) και του Οριακού Κόστους (MC) μεταξύ δύο συνδυασμών αναφέρονται στον ΤΕΛΙΚΟ συνδυασμό.

4. Στο Κόστος Ευκαιρίας το "Δ" είναι Μεγαλύτερο μείον Μικρότερο, ΕΝΩ, στις ελαστικότητες, στο Οριακό Προϊόν και στο Οριακό Κόστος το "Δ" είναι τελικό μείον αρχικό!

5. Αν έχουμε ανεργία σημείνει ότι ΔΕΝ βρισκόμαστε πάνω στην ΚΠΔ! (Αν η ανεργία μειωθεί ή αυξηθεί η ΚΠΔ ΔΕΝ μετακινείται!).

6. Όταν έχουμε έναν πίνακα με τους μέγιστους συνδυασμούς που μπορούν να παραχθούν για δύο αγαθά και μας ζητάει να κατασκευάσουμε την Κ.Π.Δ. προσδιορίζομε τα σημεία πάνω στο διάγραμμα και τα ενώνουμε με ευθύγραμμα τμήματα! (ΟΧΙ καμπυλωτά)

7. Προσοχή στο πότε έχουμε μεταβολή στη ζητούμενη ποσότητα και πότε μεταβολή στη ζήτηση! Η ζητούμενη ποσότητα μεταβάλλεται όταν μεταβάλλεται η τιμή του αγαθού, ενώ η ζήτηση μεταβάλλεται όταν μεταβάλλεται κάποιος από τους υπόλοιπους προσδιοριστικούς παράγοντες της ζήτησης!! (Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της προσφερόμενης ποσότητας – προσφοράς!).

8. Ο Νόμος της Φθίνουσας Απόδοσης ισχύει με την προσθήκη του εργάτη (L) που μειώνει το Οριακό προϊόν (MP) και ΟΧΙ στον εργάτη που το Οριακό προϊόν είναι μέγιστο! Γι αυτό το λόγο γράφουμε: "Ο Νόμος της Φθίνουσας απόδοσης ισχύει με την προσθήκη του (τάδε) εργάτη μιας και το MP από αυτόν τον εργάτη και μετά μειώνεται"!

9. ΠΡΟΣΟΧΗ στο Μεταβλητό κόστος!
v  Αν έχουμε μόνο έναν μεταβλητό συντελεστή (την εργασία L) τότε VC=W*L
v  Αν έχουμε εργασία και πρώτες ύλες τότε VC=W*L+C*Q  (C: κόστος Α’ υλών ανά μονάδα προϊόντος)


10. Η καμπύλη προσφοράς είναι το ανερχόμενο κομμάτι της καμπύλης του MC πάνω από το (ελάχιστο) AVC.
Στις ασκήσεις κοινώς που μας ζητάει τον πίνακα προσφοράς πρέπει να βρούμε που εξισώνονται αυτά τα δύο (ΠΡΟΣΟΧΗ: Καθώς το MC αυξάνεται) και από το σημείο αυτό ξεκινά ο πίνακας προσφοράς όπου P=MC και Q όπως έχει!

ΟΜΩΣ: Αν ΔΕΝ εξισώνονται πουθενά (πέρα από τον πρώτο συνδυασμό που δεν μας κάνει μιας και το MC μειώνεται) τότε ο πίνακας προσφοράς θα ξεκινήσει από το σημείο που για πρώτη φορά MC>AVC!!! (κοινώς η επιχείρηση θα προσφέρει το προϊόν της για τιμές μεγαλύτερες από το AVC)

11. Όταν έχουμε 2 συνδυασμούς και μας ζητάει να προσδιορίσουμε τη συνάρτηση από την οποία προήλθαν (για παράδειγμα, συνάρτηση ζήτησης, προσφοράς, ακόμα και ΚΠΔ) θα πρέπει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ να μας λέει ότι είναι γραμμική (ή πιο σωστά ευθεία).
(Μεγάλη προσοχή λοιπόν σε ασκήσεις όπου αφού έχετε προσδιορίσει τον πίνακα προσφοράς, σας δίνει μια συνάρτηση ζήτησης και σας ζητάει την ισορροπία! Αν ΔΕΝ λέει ότι η συνάρτησης προσφοράς είναι ευθεία, τότε την ισορροπία θα την βρείτε αντικαθιστώντας τις τιμές (P) του πίνακα προσφοράς στη συνάρτηση ζήτησης και θα δείτε για ποια τιμή Qs=Qd.)

12. Στην Ισοσκελή Υπερβολή (QD=A/P) η Συνολική Δαπάνη (ΣΔ=PQ) των καταναλωτών είναι πάντα σταθερή και ίση με Α και η Ελαστικότητα ΤΟΞΟΥ (όχι σημείου) είναι ίση με τη μονάδα (σε απόλυτη τιμή).

13. Καθώς προσδιορίζουμε τις Ελαστικότητες Ζήτησης ή Προσφοράς πρέπει να ΙΣΧΥΕΙ το Ceteris Paribus κοινώς οι υπόλοιποι προσδιοριστικοί παράγοντες να παραμένουν αμετάβλητοι!!!

14. 
v  Η Ελαστικότητα Ζήτησης είναι ΠΑΝΤΑ αρνητική λόγω του Νόμου της Ζήτησης
v  Η Ελαστικότητα Προσφοράς είναι ΠΑΝΤΑ θετική λόγω του Νόμου της Προσφοράς
v  Η Εισοδηματική Ελαστικότητα μπορεί να είναι είτε θετική(κανονικό αγαθό) είτε αρνητική (κατώτερο αγαθό).
v  ΠΡΟΣΟΧΗ: Προκειμένου να χαρακτηρίσουμε τις ελαστικότητες:
v  Ελαστικότητα Ζήτησης: Συγκρίνουμε με το 1 (όπου η ελαστικότητα θα είναι σε απόλυτη τιμή!)
v  Ελαστικότητα Προσφοράς: Συγκρίνουμε με το 1
v  Εισοδηματική Ελαστικότητα: Συγκρίνουμε με το 0!


15. Η Ανώτατη τιμή είναι ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ από την τιμή Ισορροπίας και η Κατώτατη τιμή ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ.

16. ΠΡΟΣΟΧΗ! Η Ελαστικότητα Ζήτησης υπολογίζεται με τους υπόλοιπους προσδιοριστικούς παράγοντες της ζήτησης να παραμένουν αμετάβλητοι (ceteris paribus). Αν θέλουμε να υπολογίσουμε την Ελαστικότητα Ζήτησης ως προς την τιμή θα πρέπει το εισόδημα κλπ να παραμένουν σταθερά μεταξύ των συνδυασμών. Αντίστοιχα, όταν θέλουμε την Εισοδηματική Ελαστικότητα πρέπει η τιμή και τα υπόλοιπα να παραμένουν σταθερά!

17. Αν μια συνάρτηση ζήτησης (ή προσφοράς) είναι γραμμική τότε το ΔQ/ΔΡ από την ελαστικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από την κλίση της συνάρτηση (κοινώς το β στη ζήτησης ή το δ στην προσφορά).

18. Σε έναν πίνακα προσφοράς να είστε πάντα υποψιασμένοι ως προς την τιμή Ρ (είναι ίση με το οριακό κόστος (MC).

19. Ένα προϊόν πωλείται με καπέλο όταν πωλείται σε τιμή μεγαλύτερη από την ανώτατη τιμή (ΟΧΙ από την τιμή ισορροπίας). Στις ασκήσεις που βλέπετε ΔΕΝ υπολογίζετε το καπέλο... υπολογίζετε τη ΜΕΓΙΣΤΗ ΤΙΜΗ που μπορεί να πάρει το καπέλο!

20. Προσοχή στο πώς μεταβάλλεται η συνάρτηση ζήτησης ή προσφοράς!
v  Αν μας πει ότι η ζήτηση αυξάνεται κατά 10 μονάδες για κάθε τιμή του αγαθού, τότε στην παλιά συνάρτηση ζήτησης απλά προσθέτουμε το 10. Q’D=QD+10 (παράλληλη μετατόπιση)
v  Αν μας πει ότι η ζήτηση αυξάνεται κατά 10% τότε η νέα μας συνάρτηση ζήτησης είναι Q’D=QD+0,1QD =(1+0,1)QD =(1,1)QD.

21. Για να χαρακτηρίσουμε το Κόστος Ευκαιρίας ως αυξανόμενο ή φθίνον ή σταθερό ελέγχουμε την πορεία του ΚΕ καθώς το προϊόν αυξάνεται!! Αν δηλαδή το προϊόν Χ αυξάνεται από πάνω προς τα κάτω πάμε στη στήλη με το ΚΕx και ελέγχουμε την πορεία του από πάνω προς τα κάτω. Αν όμως αυξάνεται από κάτω προς τα πάνω θα δούμε και τη στήλη του ΚΕ από κάτω προς τα πάνω. Αν το ΚΕx είναι αυξανόμενο τότε ΚΑΙ του Υ θα είναι αυξανόμενο (το κόστος Ευκαιρίας είναι ΣΥΝΗΘΩΣ αυξανόμενο – μορφή ΚΠΔ κοίλη).


22. ΠΡΟΣΟΧΗ στην ευθεία ΚΠΔ. Εκεί το Κόστος Ευκαιρίας είναι σταθερό! (μπορείτε ακόμα και να έχετε συνάρτηση για την γραμμική/ευθεία ΚΠΔ.)

23. Ιδιαίτερη προσοχή στο πότε αυξάνεται η Συνολική Δαπάνη (ΣΔ) των καταναλωτών (άρα και τα Συνολικά Έσοδα των επιχειρήσεων) ανάλογα με την ελαστικότητα ζήτησης (σελ 45). Να θυμάστε ότι ΜΟΝΟ στην ευθεία/γραμμική συνάρτηση ζήτησης ισχύει ο πίνακας της σελ 44. Στο μέσο της η Εd είναι ίση με -1 (εκεί μάλιστα η ΣΔ παίρνει τη μέγιστη τιμή της).

24. Η Συνολική Δαπάνη των καταναλωτών είναι πάντα ίση με τα Συνολικά Έσοδα των επιχειρήσεων ΕΚΤΟΣ από την περίπτωση που το κράτος επιβάλλει κατώτατη τιμή. Εκεί οι καταναλωτές ξοδεύουν ΣΔ=Ρκ*Qd ενώ οι παραγωγοί εισπράττουν ΣΕ=Ρκ*Qs (στην ουσία παίρνουν τη ΣΔ των καταναλωτών + την κρατική επιβάρυνση!)
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ
  

Η εξεταστέα ύλη του ΑΟΔΕ σε εικόνες!

Χρήσιμοι οικονομικοί όροι!